Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2015

Εξελίξεις στα Πρότυπα Πειραματικά ερήμην των ίδιων των σχολείων;

 Νίκος Λινάρδος Δρ. Φιλ.
Διευθυντής Πρότυπου Πειραματικού Γυμνασίου 
Ευαγγελικής Σχολής Σμύρνης
Αναδημοσίευση από ΤΟ ΒΗΜΑ της 19-2-2015
Σε όλα τα σύγχρονα κράτη η εκπαιδευτική πολιτική είναι προϊόν προσεκτικού και μακροπρόθεσμου σχεδιασμού. Οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις -μικρότερες ή μεγαλύτερες - εφαρμόζονται πρώτα πιλοτικά, και στη συνέχεια αξιολογούνται ενδελεχώς τα αποτελέσματά τους από εντεταλμένα θεσμικά όργανα, προκειμένου να παγιωθούν ως επιτυχείς ή να απορριφθούν ως αποτυχημένες. Όχι όμως στη χώρα μας. Εδώ, οι εκάστοτε ιθύνοντες διευθετούν τα εκπαιδευτικά ζητήματα πρόχειρα και αποσπασματικά, με γνώμονα είτε τις προσωπικές αντιλήψεις τους είτε τις υποδείξεις ενός μικρού αριθμού επώνυμων ή ανώνυμων «συμβούλων». Η συγκέντρωση και επεξεργασία δεδομένων από τις ίδιες τις σχολικές μονάδες θεωρείται περιττή πολυτέλεια.

Η σύντομη ιστορία των Πρότυπων Πειραματικών Σχολείων αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της τακτικής. Τον Ιανουάριο του 2011, η τότε πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας είχε καλέσει τον εκπαιδευτικό κόσμο σε δημόσια διαβούλευση σχετικά με την αναβάθμιση του ρόλου των Πειραματικών Σχολείων, μέσω της κυβερνητικής ιστοσελίδας opengov.gr. Η πρόσκληση συνοδευόταν από ένα κείμενο θέσεων, που υποστήριζε χωρίς τεκμήρια ότι τα τότε Πειραματικά Σχολεία είχαν κλείσει τον ιστορικό κύκλο τους. Ο εκπαιδευτικός κόσμος ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση με την ανάρτηση εκατοντάδων σχολίων, τα οποία όμως δεν έτυχαν ουσιώδους επεξεργασίας.

Τελικά, ο νόμος 3966/2011 ψηφίστηκε και επέφερε σημαντικές αλλαγές στη λειτουργία των Π.Π.Σ. Συγκροτήθηκαν τα Επιστημονικά Εποπτικά Συμβούλια, διενεργήθηκαν επί δύο συναπτά έτη εισαγωγικές εξετάσεις, αξιολογήθηκαν οι εκπαιδευτικοί για την κάλυψη θέσεων πενταετούς θητείας, λειτούργησαν απογευματινοί μαθητικοί όμιλοι. Η εφαρμογή των διατάξεων του νόμου και των μετέπειτα τροποποιήσεων, που έγινε επιλεκτικά και όχι καθ' ολοκληρία, ανέδειξε τα θετικά αλλά και τα τρωτά σημεία του. Ποιος όμως ενδιαφέρθηκε να τα μελετήσει; Ποιος συγκέντρωσε και επεξεργάστηκε τις απόψεις των διευθυντών, των εκπαιδευτικών, των μαθητών, των γονέων, της τοπικής κοινωνίας; Ποιος αποτίμησε με συγκεκριμένους δείκτες - τους οποίους παρέχει εν αφθονία η διεθνής βιβλιογραφία και πρακτική - το εκπαιδευτικό έργο των Π.Π.Σ.; Συντάχθηκε, άραγε, κάποια έκθεση για τη λειτουργία των Π.Π.Σ. από το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής ή άλλο θεσμικό όργανο;

Εν τω μεταξύ, τον Απρίλιο του 2014, το Υπουργείο Παιδείας έσπευσε να εξαγγείλει την ίδρυση εξήντα νέων Πρότυπων Πειραματικών Σχολείων μέχρι το 2020, εξαγγελία που βασιζόταν στην αύξηση των αιτήσεων εγγραφής στα Π.Π.Σ. και πλειοδοτούσε στην αφήγηση ενός «success story», χωρίς να έχει προηγηθεί μία σοβαρή προσπάθεια αποτίμησης της λειτουργίας των σχολείων.

Προσφάτως, η νέα πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας, λίγες μόνο ημέρες μετά την ανάληψη των καθηκόντων της, εξήγγειλε την κατάργηση των εισαγωγικών εξετάσεων στα Πρότυπα Πειραματικά Γυμνάσια και Λύκεια, αποδοκιμάζοντας παράλληλα τη λειτουργία σχολείων «αριστείας». Η αριστεία όμως επιβραβεύεται στα σχολεία εδώ και πολλά χρόνια. Αυτό το νόημα έχει η υπογραφή από τον εκάστοτε Υπουργό Παιδείας και η απονομή «αριστείων» και βραβείων προόδου στους μαθητές που διακρίνονται κάθε χρόνο για τις επιδόσεις και το ήθος τους. Τα Πρότυπα Πειραματικά Σχολεία δεν επιδιώκουν μέσω των εξετάσεων να επιλέξουν τα παιδιά της κοινωνικής και οικονομικής ελίτ ούτε απευθύνονται σε κάποια ειδική κατηγορία «χαρισματικών» μαθητών. Απλώς, αποσκοπούν στη δημιουργία ενός εκπαιδευτικού περιβάλλοντος που ενθαρρύνει την επιμέλεια, επιβραβεύει την προσπάθεια, παρέχει στους μαθητές τη δυνατότητα να αξιοποιήσουν απρόσκοπτα τις δεξιότητές τους. Η συμμετοχή στις εξετάσεις έχει νόημα ως ενσυνείδητη αποδοχή αυτής της νοοτροπίας και αυτού του εκπαιδευτικού προσανατολισμού. Όταν χρησιμοποιούμε την αριστεία ως την απαστράπτουσα βιτρίνα πίσω από την οποία κρύβονται τα διογκούμενα προβλήματα του δημόσιου σχολείου, ή όταν από την άλλη πλευρά την ενοχοποιούμε με την κατηγορία του «ελιτισμού», παρακάμπτουμε την ανάγκη να τεκμηριώσουμε με συγκεκριμένα δεδομένα τις όποιες αλλαγές στη λειτουργία των Π.Π.Σ.

Εν ολίγοις, τα Πρότυπα Πειραματικά Σχολεία, πριν συμπληρώσουν τρία έτη λειτουργίας, θα βρεθούν και πάλι ενώπιον σημαντικών αλλαγών, οι οποίες θα αποφασιστούν για άλλη μία φορά ερήμην της ίδιας της εκπαιδευτικής κοινότητας.